Ο Ιάσονας Φωτήλας για ΕΣΠΑ, συμβασιούχους και δικαστικούς

Δημοσιεύτηκε: 10/11/2016 - 16:21
Στη μη κατάθεση από την κυβέρνηση αιτημάτων πληρωμών ύψους 1 δισ. ευρώ με κίνδυνο να πρέπει να επιστραφούν χρήματα του ΕΣΠΑ στην Ε.Ε. αναφέρεται με ερώτησή του προς τον Υπουργό Οικονομίας ο Ιάσονας Φωτήλας, βουλευτής Αχαΐας.
Επίσης, πρόσφατα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου επιβεβαιώνουν και την κακή πορεία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, αφού παρατηρείται έλλειμμα 880 εκ. ευρώ. Τέλος, κάποια έργα που θα υλοποιούνταν με το ΕΣΠΑ της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου μεταφέρονται στο τωρινό ΕΣΠΑ (έργα «phasing»). Για το λόγο αυτό ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός ποιο είναι το ακριβές ποσό των αιτημάτων πληρωμών που έχει συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα και εάν υπάρχει κίνδυνος να μη συμπληρωθεί το ποσό του 1 δισ. ευρώ και να πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα στην Ε.Ε. Επίσης, ποιο είναι το ποσοστό των δαπανών που καταλαμβάνουν τα έργα «phasing».
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης:
Προς τον Υπουργό Οικονομίας & Ανάπτυξης
Θέμα: Υπάρχει κίνδυνος να χαθεί 1 δισ. ευρώ του ΕΣΠΑ για τη χώρα;
Στις 14 Αυγούστου του 2015 ύστερα από μία εξάμηνη «περήφανη» διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, κυρώθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για τη συμφωνία με τους εταίρους ή αλλιώς το 3οΜνημόνιο. Με το Ν. 4336/2015 δόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να υπογράψει με τους Εταίρους το Μνημόνιο Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων με σκοπό την παροχή χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM). H Ελλάδα δεσμεύτηκε σε μια σειρά μέτρων λιτότητας, τα οποία έπρεπε πάνω από όλα να επιτύχουν μεσοπρόθεσμους στόχους δημοσιονομικού πλεονάσματος ύψους 3,5%.
Δεδομένων των νέων, δύσκολων οικονομικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν, η Ε.Ε. προχώρησε στην αυξημένη κατά 7% προκαταβολή από το νέο ΕΣΠΑ. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό αφού πλέον δινόταν η δυνατότητα στην Ελληνική κυβέρνηση να πληρώσει για έργα τα οποία είχαν «παγώσει» με μοναδική υποχρέωση να πραγματοποιηθούν ισόποσες δαπάνες. Οφείλει λοιπόν η κυβέρνηση μέχρι το τέλος του 2016 να καταθέσει αιτήματα πληρωμών ύψους 1 δισ. ευρώ. Μάλιστα η εν λόγω προκαταβολή θα πρέπει να καλυφθεί στο ακέραιο διαφορετικά θα πρέπει να επιστραφεί το σύνολο των χρημάτων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης δεν έχει καταθέσει τα ανάλογα αιτήματα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή - γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την ταμειακή διευκόλυνση. Ο κίνδυνος να αναγκαστεί η χώρα μας να επιστρέψει τα χρήματα, παρά το γεγονός ότι δεν είναι και οριστική η απώλειά τους, δημιουργεί αδιαμφισβήτητα προβλήματα στην εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού. Την ίδια στιγμή, τα πρόσφατα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου επιβεβαιώνουν και την κακή πορεία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έλλειμμα 880εκ. ευρώ που οφείλεται στο σκέλος των συγχρηματοδοτούμενων έργων και στην υστέρηση που εμφανίζει η εκταμίευση κοινοτικών πόρων.
Επίσης, σύμφωνα με το Υπουργείο, κάποια από τα απεντασσόμενα έργα που αναμενόταν να υλοποιηθούν με το ΕΣΠΑ της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου μεταφέρονται στο τωρινό ΕΣΠΑ και τα έργα αυτά θα υλοποιηθούν ως «phasing» (έργα γέφυρες).
Δεδομένων των προεκτεθέντων ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
1. Ποιο είναι το ακριβές ποσό των αιτημάτων πληρωμών που έχει συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα;
2. Εάν αληθεύουν τα στοιχεία ότι δεν έχει συγκεντρωθεί το σύνολο του ποσού, σε ποιες ενέργειες θα προβείτε ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος; Υπάρχει σχετικό χρονοδιάγραμμα;
3. Ποιο είναι το ποσοστό των δαπανών που καταλαμβάνουν τα έργα «phasing» και σε ποιους τομείς δραστηριότητας;



 
Θα εφαρμοστεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. για τους συμβασιούχους;
Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. σχετικά με την εξομοίωση των δικαιωμάτων των συμβασιούχων εργαζόμενων με αυτά των αορίστου χρόνου αναφέρεται με ερώτησή του προς τους Υπουργούς Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Παιδείας ο Ιάσονας Φωτήλας, βουλευτής Αχαΐας.
Σε πρόσφατο προδικαστικό αίτημα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) δικαίωσε εργαζόμενη από την Ισπανία αποφαινόμενο ότι ο μισθός αυτών που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, μερικής ή προσωρινής απασχόλησης, κάθε τύπου και περιεχομένου, πρέπει να είναι ίδιος με αυτόν που λαμβάνουν οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στις αντίστοιχες υπηρεσίες του κράτους, των ΟΤΑ και του ιδιωτικού τομέα. Αυτή η απόφαση έρχεται σε μια σημαντική χρονική συγκυρία για την Ευρώπη αλλά κυρίως για την Ελλάδα όπου οι προσωρινές συμβάσεις και οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης ξεπέρασαν σε ποσοστό τις συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, με άμεση απειλή και για το μέλλον της μισθωτής εργασίας αλλά και για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος. Για το λόγο αυτό ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί εάν πρόκειται να προβούν σε ενέργειες προκειμένου να συμμορφωθούν με τη συγκεκριμένη απόφαση του ΔΕΕ. Επίσης, εάν υπάρχει σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας ώστε να προσληφθούν εκπαιδευτικοί που να καλύπτουν τα μόνιμα κενά στα σχολεία και η πρόσληψη αναπληρωτών να αφορά μόνο στα πραγματικά κενά που δημιουργούνται στην αρχή κάθε έτους.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης:
Προς τους Υπουργούς:
1) Διοικητικής Ανασυγκρότησης
2) Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων
Θέμα: Θα εφαρμοστεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε που εξομοιώνει τα δικαιώματα των συμβασιούχων εργαζόμενων με αυτά των αορίστου χρόνου;
Πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύθηκε η απόφαση υπ' αριθ. C-596/14 της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε), που επιφέρει σημαντικές αλλαγές υπέρ των συμβασιούχων εργαζόμενων στην αγορά εργασίας της Ευρώπης αλλά και της χώρας μας.
Η απόφαση για πρώτη φορά εξομοιώνει τις συμβάσεις εργασίας κάθε είδους (μεταξύ άλλων συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου, συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, συμβάσεις ΕΣΠΑ, συμβάσεις εκπαίδευσης- κατάρτισης και συμβάσεις αναπλήρωσης- αντικατάστασης) ως προς όλους τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης (μισθό, επιδόματα, τριετίες, προειδοποίηση, αποζημίωση απόλυσης) με τις συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιλήφθηκε του θέματος μετά από προδικαστικό αίτημα (νομικό ερώτημα) που του απέστειλε το Εφετείο Μαδρίτης της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Madrid) στις 22.12.2014 και αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας αριθμός 4 της Συμφωνίας- Πλαίσιο «Για την εργασία ορισμένου χρόνου» και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, που είναι δεσμευτική και για τη χώρα μας.
Η ουσία της υπόθεσης, που απασχόλησε το Εφετείο της Μαδρίτης και μετέπειτα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφορούσε την αγωγή μιας εργαζόμενης (Ana de Diego Porras) που απασχολήθηκε από τον Φεβρουάριο του 2003 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2012 με ανανεούμενες και διακοπτόμενες μεταξύ τους συμβάσεις ορισμένου χρόνου (συμβάσεις κατάρτισης, μερικής αναπλήρωσης και συμβάσεις interinidad στο πλαίσιο δημόσιου προγράμματος απασχόλησης- κατάρτισης) με εργοδότη το Υπουργείο Άμυνας της Ισπανίας και απολύθηκε χωρίς να λάβει αποζημίωση απολύσεως, ενώ καθ' όλη τη διάρκεια της συμβασιουχικής εργασίας της ελάμβανε μειωμένο μισθό σε σχέση με τους μονίμους συναδέλφους της.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) δικαίωσε την εργαζόμενη αποφαινόμενο ότι ο μισθός αυτών που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, μερικής ή προσωρινής απασχόλησης, κάθε τύπου και περιεχομένου, πρέπει να είναι ίδιος με αυτόν που λαμβάνουν οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στις αντίστοιχες υπηρεσίες του κράτους, των ΟΤΑ και του ιδιωτικού τομέα.
Με την ίδια απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καθιστά υποχρεωτική την καταβολή αποζημίωσης σε όσους απασχολήθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και αποχωρούν αυτοδικαίως (μετά τη λήξη της σύμβασης) ή απολύονται. Η αποζημίωση πρέπει να είναι αντίστοιχου ύψους με τις αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι έχοντες σύμβαση αορίστου χρόνου συνάδελφοί τους που απολύονται.
Η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έρχεται σε μία σημαντική χρονική συγκυρία για την Ευρώπη αλλά κυρίως για την Ελλάδα, όπου οι προσωρινές συμβάσεις και οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης (σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) ξεπέρασαν σε ποσοστό τις συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, με άμεση απειλή και για το μέλλον της μισθωτής εργασίας αλλά και για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος.
Επειδή η δημιουργία μόνιμων θέσεων εργασίας ήταν διακηρυγμένος στόχος της παρούσας κυβέρνησης
Επειδή με το συγκεκριμένο καθεστώς οι συμβασιούχοι εργαζόμενοι όπως είναι και οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί βρίσκονται όμηροι των εκάστοτε κυβερνήσεων
Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:
1. Πρόκειται να προβούν σε ενέργειες προκειμένου να συμμορφωθούν με τη συγκεκριμένη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Εάν ναι, ποιες είναι αυτές;
2. Ποιο είναι το σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων για την πρόσληψη εκπαιδευτικών ώστε να καλυφθούν τα μόνιμα κενά στα σχολεία και η πρόσληψη αναπληρωτών να αφορά στα πραγματικά κενά που δημιουργούνται στην αρχή κάθε έτους; Ποιο το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του;



 
Πώς επιτυγχάνεται η αξιοκρατία στην επιλογή σε θέσεις ευθύνης δικαστικών υπαλλήλων;
Στο νομοθετικό κενό όσον αφορά στον τρόπο μοριοδότησης των δικαστικών υπαλλήλων κατά την κρίση τους για θέσεις ευθύνης αναφέρεται με ερώτησή του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης ο Ιάσονας Φωτήλας, βουλευτής Αχαΐας.
Η επιλογή δικαστικών υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης γίνεται από το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο με βάση τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που όμως δε συνδέονται με συγκεκριμένη μοριοδότηση, με αποτέλεσμα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση. Επίσης, στην περίπτωση των δικαστικών υπαλλήλων δεν αναγνωρίζεται το χρονικό διάστημα σε συναφές αντικείμενο που έχει διανυθεί προ του διορισμού στον ιδιωτικό τομέα όπως ισχύει για τους υπόλοιπους τακτικούς υπαλλήλους του δημόσιου τομέα. Για το λόγο αυτό ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός εάν σκοπεύει άμεσα να προβεί σε αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις, αφού μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα διεξαχθούν διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων σε μεγάλο πλήθος θέσεων ευθύνης.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης:
Προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Θέμα: Πώς επιτυγχάνεται η αξιοκρατία κατά την επιλογή δικαστικών υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης;
Η επιλογή δικαστικών υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης (Γενική Διεύθυνση, Διευθύνσεις, Τμήματα, Αυτοτελή γραφεία) γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 70 επ. του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων όπως ορίζεται στο Ν. 2812/2000 (ΦΕΚ 67/Α'/10.03.2000).
Η ανωτέρω επιλογή γίνεται από το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο με βάση τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου κάθε δικαστικού υπαλλήλου καθώς και τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια όπως οι τίτλοι σπουδών (πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό, Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης), ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, η επαγγελματική κατάρτιση, η ικανότητα και η πρωτοβουλία. Όμως, τα εν λόγω κριτήρια που καθορίζονται από το νόμο δεν συνδέονται με συγκεκριμένη μοριοδότηση, με αποτέλεσμα αυτά να μην καθίστανται αντικειμενικά και αδιάβλητα. Αντίθετα, τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια κατά την επιλογή προϊσταμένων διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια και κατά πάγια νομολογία τους δεν υποχρεούνται να αιτιολογήσουν την επιλογή τους στις περισσότερες περιπτώσεις. Μόνη εξαίρεση εάν οι «παραληφθέντες υπάλληλοι» υπερέχουν καταδήλως κατά τα ουσιαστικά προσόντα έναντι των «προκριθέντων».
Επίσης, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην περίπτωση των δικαστικών υπαλλήλων ως προϋπηρεσία νοείται μόνο η πραγματική δημόσια υπηρεσία, χωρίς να αναγνωρίζεται το χρονικό διάστημα σε συναφές αντικείμενο που έχει διανυθεί προ του διορισμού στον ιδιωτικό τομέα όπως με το άρθρο 26 του Ν. 4369/2016 (ΦΕΚ 33/Α'/27.02.2016) και την έκδοση του ΠΔ 69/2016 (ΦΕΚ 127/Α'/13.07.2016) ισχύει για όλους τους υπόλοιπους τακτικούς υπαλλήλους του δημόσιου τομέα.
Επειδή η επιλογή δικαστικών υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση δεν προάγει τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία στον ευαίσθητο τομέα της Δικαιοσύνης
Επειδή σε σύντομο χρονικό διάστημα θα διεξαχθούν διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων σε μεγάλο πλήθος θέσεων ευθύνης
Επειδή δεν πρέπει να υφίσταται δυσμενής διάκριση μεταξύ των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών υπαλλήλων
Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
1. Σκοπεύει να προβεί άμεσα σε νομοθετική ρύθμιση ώστε να υπάρχει συγκεκριμένη μοριοδότηση κατά την επιλογή προϊσταμένων από το εκάστοτε αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο;
2. Προτίθεται να τροποποιήσει την υπάρχουσα νομοθεσία ώστε να μπορεί να γίνεται αναγνώριση και στους δικαστικούς υπαλλήλους χρονικού διαστήματος έως και επτά (7) έτη σε συναφές αντικείμενο που έχει διανυθεί προ του διορισμού τους στον ιδιωτικό τομέα;