Πήγαμε στο «Κολωνάκι» της Αγίας Αικατερίνης- Ο Γιώργος Κόττας μιλάει στο Patra News για τον Τσαρούχη, τον Ιόλα, τους πιστούς θαμώνες του καταστήματος και τα βράδια γλεντιού

Δημοσιεύτηκε: 13/10/2016 - 10:10

Της Αλεξάνδρας Παναγοπούλου

Στους τοίχους του θα δεις φωτογραφίες του Στέλιου Καζαντζίδη, ένα πορτρέτο του Βαν Γκογκ, μία αυθεντική φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, αυθεντικά έργα του Τσαρούχη, φωτογραφίες πελατών από τα περασμένα αλλά και των ωραίων τρελών της Πάτρας. Πού μπορεί να βρίσκεσαι; Φυσικά στο «Κολωνάκι», στου Κόττα στα προσφυγικά της Αγίας Αικατερίνης.

Ένα μαγαζί – μύθος για το οποίο πολλοί μιλάνε, άλλοι έχουν πάει και άλλοι όχι, όμως όλοι θεωρούν «παράσημο» το να πιστεύουν οι υπόλοιποι πως έχουν περάσει έστω και μία βραδιά σε αυτό.  Εκεί που ενώνονται καθημερινοί άνθρωποι, «καθωσπρέπει» κύριοι και κυρίες, φοιτητές και εργάτες.

Αν δεν το γνωρίζεις, δεν πρόκειται να το ξεχωρίσεις από τα υπόλοιπα χαμηλά σπίτια της Αγίας Αικατερίνης. Γιατί δεν πρόκειται για ένα «μαγαζί» με την κλασική έννοια του όρου. Ταμπέλα δεν υπάρχει. Δεν θα βρεις ακριβούς, ντιζαϊνάτους καναπέδες και καρέκλες, μοντέρνα τραπέζια, μίνιμαλ διακόσμηση κλπ. «Οι άνθρωποι κάνουν το μαγαζί και όχι οι τοίχοι» λέει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Κόττας, ο σημερινός ιδιοκτήτης του χώρου, ο πέμπτος στη σειρά από το 1932 που πρωτοάνοιξαν οι πόρτες του. Και από τότε μέχρι σήμερα λίγα είναι τα πράγματα που έχουν αλλάξει και αυτά… αναγκαστικά. Οι μόνες παρεμβάσεις που έγιναν είναι η αλλαγή ενός τοίχου, το ταβάνι που αρχικά ήταν από καλάμια και το πάτωμα που από χωμάτινο έγινε πλακάκι και αυτές λόγω… υγειονομικού το1978.





Ο κύριος Γιώργος είναι ένας άνθρωπος λιγομίλητος, χαλαρός, πρόσχαρος και από τους καλύτερους χορευτές. Μας άνοιξε τις πόρτες του ένα βράδυ Δευτέρας, καθίσαμε, τα είπαμε και μιλήσαμε για την ιστορία του καταστήματος, τους θαμώνες του και τους διάσημους επισκέπτες που έχουν κατά καιρούς διαβεί το κατώφλι του, μοιραστήκαμε ιστορίες και ευτράπελα που έχουν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια… Αυτό που μου ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή ο κ. Γιώργος ήταν ότι για τον ίδιο όλοι οι πελάτες είναι ίσοι, είτε διάσημοι, είτε άσημοι, είτε πάρουν ένα ποτό, είτε δέκα.

Η ιστορία του Κόττα ξεκινά το 1932 με τον Θύμιο Κόττα, ενώ αργότερα πέρασε στα χέρια της συζύγου του Μαρίας, ακολούθησε ο γιος του Κωνσταντίνος, μετέπειτα ο άλλος του γιος Γεράσιμος, ενώ από το 1960 έως σήμερα το λειτουργεί ο Γιώργος Κόττας. Όχι για πολύ βέβαια, γιατί ήδη το έχει αφήσει στον ανιψιό του, καθώς ο ίδιος βγαίνει σε σύνταξη.

Τι είναι αυτό που κάνει τον Κόττα να ξεχωρίζει; Το γεγονός πως εκεί δεν θα πας για τους άλλους, αλλά για εσένα. Πας για να διασκεδάσεις, να περάσεις όμορφα. Γίνεσαι μία παρέα με τους υπόλοιπους θαμώνες και η βραδιά κυλάει χωρίς να καταλάβεις το πότε πέρασε η ώρα. Είναι ένα «κουτούκι». Ως κουτούκι ξεκίνησε και έτσι παραμένει, το τελευταίο στην Πάτρα.








Ο κόσμος σήμερα είναι ένα αμάλγαμα. Μπορείς να βρεις από φοιτητές, έως δικηγόρους, γιατρούς, καλλιτέχνες και ό,τι μπορείς να φανταστείς. Το μαγαζί ξεκίνησε με την «καλή αλητεία» όπως μου λέει ο ίδιος και συμπληρώνει πως κάθε δεκαετία έχει τον δικό της κόσμο. Βέβαια ξεχωρίζει τον κόσμο της δεκαετίας του ’60 σημειώνοντας πως ήταν πιο σεβαστικοί.

Όταν επισκέφθηκαν τον Κόττα οι Τσαρούχης και Ιόλας

Η ιστορία αυτή έχει γίνει πλέον θρύλος. Είναι η βραδιά που την πόρτα του Κόττα πέρασαν δύο μοναδικές μορφές της ελληνικής τέχνης: ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και ένας από τους μεγαλύτερους και εκκεντρικότερους συλλέκτες. Πρόκειται για τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Αλέξανδρο Ιόλα.

Όπως θυμάται ο κ. Γιώργος, ήταν αποκριές, βράδυ Τσικνοπέμπτης του 1975 και κάποιος θαμώνας του καταστήματος του τηλεφώνησε ζητώντας του να «κλείσει» τραπέζια γιατί θα ερχόντουσαν να διασκεδάσουν. Το πάρτι ήταν μασκέ.





Και ξαφνικά η γειτονιά της Αγίας Αικατερίνης γέμισε με κούρσες και πανάκριβα αυτοκίνητα, που ξεχώριζαν. Η παρέα διασκέδασε στον Κόττα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Και πριν φύγει, ο Γιάννης Τσαρούχης θέλοντας να ευχαριστήσει τον Γιώργο Κόττα για το ότι πέρασε όμορφα, πήγε στο αυτοκίνητό του, έβγαλε ένα έργο και του το έδωσε. Ο κύριος Γιώργος το είχε διπλωμένο για χρόνια καθώς όπως λέει «δεν το είχε προσέξει». Και όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να το κρεμάσει, όλοι ρωτούσαν πού βρήκε αυθεντικό Τσαρούχη.

Την ίδια βραδιά στον Κόττα βρέθηκε και ο Αλέξανδρος Ιόλας. Και επειδή το πάτωμα τότε ήταν χωμάτινο, και δεν ήθελε να λερώσει τα παπούτσια και τα μπατζάκια του, έστρωσε τη γούνα του για να χορέψει τσιφτετέλι. Και κάπως έτσι ο Κόττας έμεινε στην ιστορία και έξω από τα όρια της Πάτρας.

Οι ξεχωριστοί επισκέπτες

Αν είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον Κόττα είναι το «μείγμα» των ανθρώπων που τον επισκέπτονται. Και όλα αυτά τα χρόνια είναι αρκετοί οι διάσημοι που το έχουν επιλέξει για να διασκεδάσουν.

Και ποιοι δεν έχουν περάσει από εκεί. Από τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Στράτο Διονυσίου, την Έλενα Ναθαναήλ, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Και όλοι τους κοσμούν τους τοίχους του Κόττα. Αναμνήσεις και αγάπες.

Αλλά και αρκετοί πολιτικοί έχουν περάσει την χαμηλή πόρτα του Κόττα. Το 1981 μάλιστα λόγο στο κατάστημα έβγαλε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ενώ από εκεί έχει περάσει και ο Κωστής Στεφανόπουλος.





Βέβαια, όσον αφορά τους τοπικούς «άρχοντες» σχεδόν οι περισσότεροι από αυτούς έχουν επισκεφθεί το «Κολωνάκι του Κόττα» και κάποιους απ’ αυτούς ο κύριος Γιώργος του θεωρούσε και τους θεωρεί φίλους. Άλλωστε μέσα από το μαγαζί έχει κάνει αρκετούς φίλους που όπως λέει, οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν πλέον «φύγει». Και φυσικά, υπάρχουν οι μόνιμοι θαμώνες του, θαμώνες που κάθε Σάββατο βράδυ δίνουν το παρών από το ’60 μέχρι και σήμερα και πλέον αποτελούν μέρος της ιστορίας του καταστήματος.

Ο Βαν Γκογκ, ο Μπρεσόν, ο Ολυμπιακός και… «Απαγορεύεται το σπάσιμο»

Η πολυσυλλεκτικότητα του μαγαζιού φαίνεται και από τους τοίχους του. Είναι εκεί που θα βρεις κρεμασμένους τον Βαν Γκογκ δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Πάνο Γαβαλά μαζί με τον Στράτο Διονυσίου, τον Μπρεσόν κάτω από την αφίσα της ομάδας του Ολυμπιακού 1972-1973, τον Τσαρούχη δίπλα σε φωτογραφίες των ωραίων τρελών της Πάτρας και θαμώνων του καταστήματος.

Όλα είναι δώρα φίλων, εξηγεί ο Γιώργος Κόττας. Και τους τιμά τους φίλους του, κρεμώντας τα δώρα τους στους τοίχους, εκεί που τοποθετεί και ό,τι αγαπάει. Την αγαπημένη του ομάδα, αγαπημένους τραγουδιστές, φίλους και οικογένεια.

Ένα από αυτά που «ξεχωρίζει» είναι η φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Μία φωτογραφία με έναν άνδρα να χορεύει ζεϊμπέκικο και μία αφιέρωση από κάτω. Και αυτό είναι δώρο, από τον Κώστα Δελέγκο, φίλο και θαμώνα του καταστήματος. Από το 1965 που του την έδωσε μέχρι σήμερα έχει βρει τη θέση της, κάτω από την αφίσα του Ολυμπιακού.





Και όσοι πάτε, αποκλείεται να μην παρατηρήσετε την χειροποίητη ταμπέλα που αναγράφει «Απαγορεύεται το σπάσιμο αυστηρώς». Και φυσικά όπως όλα τα αντικείμενα εκεί μέσα, έτσι και αυτή έχει τη δική της ιστορία. Ήταν το 1967, επί Χούντας, όταν βγήκε ο νόμος περί απαγόρευσης του σπασίματος. Τότε ένας πελάτης, λέει στον κύριο Γιώργο πως θα του φτιάξει αυτός μία ταμπέλα. Από τότε μπήκε πάνω από την πόρτα και μέχρι σήμερα δεν έχει βγει.

Η δισκοθήκη και το ουίσκι στο ψηλό ποτήρι

Ο Γιώργος Κόττας είναι ένας περήφανος άνθρωπος. Περήφανος για το «Κολωνάκι» του, αλλά περισσότερο περήφανος για τη συλλογή δίσκων του. Στο πίσω μέρος του καταστήματος έχει μια τεράστια συλλογή δίσκων από 78 στροφών μέχρι και τα σημερινά, πιο πρόσφατα cd. Για να τους συγκεντρώσει πήγαινε στην Αθήνα και αλλού για να βρει ακριβώς αυτό που έψαχνε και ήθελε. Και αυτό που ήθελε ήταν πάντα λαϊκά. Στου Κόττα μπορείς να ακούσεις από Καζαντζίδη και Μπιθικώτση (φυσικά) μέχρι Έλλη Κοκκίνου και Νατάσα Θεοδωρίδου. Όπως λέει και ο ίδιος, μια ζωή έκανε πρόγραμμα στο πικ-απ, εκτελώντας και χρέη DJ.



Όλα αυτά βέβαια πάντα με την συνοδεία ουίσκι. Άλλωστε αυτό είναι το μοναδικό ποτό που σερβίρει το μαγαζί και πάντα σε ψηλό ποτήρι, όπως τότε. Κάποτε, θυμάται ο κύριος Γιώργος, από το 1968 έως και το 1972 περίπου, λειτουργούσε και κουζίνα. Όχι τίποτα περίτεχνο. Μπριζόλες, σαλάτες και μπύρα. Κάποτε. Κάποτε ήταν ανοικτός κάθε μέρα. Τώρα, κάθε Παρασκευοσάββατο, οι θαμώνες απολαμβάνουν το ουίσκι τους, διασκεδάζοντας σαν μία παρέα και συνεχίζοντας να γράφουν ιστορία στον αστικό μύθο που ονομάζεται «στου Κόττα».